Η άνοδος της ακροδεξιάς, απειλή για τη Δημοκρατία
Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας είναι αν αυτές αποτελούν σημαντικό ερμηνευτικό παράγοντα για την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του Ιουνίου 2023 οδήγησαν τρία κόμματα της Ακροδεξιάς στη Βουλή με ένα ποσοστό που προσέγγισε το 13% ενώ στις Ευρωεκλογές του 2024 η Ακροδεξιά εκπροσωπήθηκε στην Ευρωβουλή από τρία κόμματα που συγκέντρωσαν περίπου 16%.
Τα εκλογικά αποτελέσματα στη Γαλλία και την Ισπανία δείχνουν μια άνοδο και ισχυροποίηση της Άκρα Δεξιάς. Στην Ιταλία δυο κόμματα της Aκρα Δεξιάς συμμετέχουν στην κυβέρνηση με την Πρωθυπουργό να προέρχεται από το ένα από αυτά. Στη Γερμανία οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το AFD να προηγείται. Οι επιλογές αυτές καταδεικνύουν ότι έχουν ατονήσει προ πολλού οι μνήμες από τις θηριωδίες της Ναζιστικής και Φασιστικής εμπειρίας.
Σε μια περίοδο που η Ακροδεξιά στην Ευρώπη ανέρχεται οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς (Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι) βρίσκονται σταθερά σε υποχώρηση. Οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν την εμπιστοσύνη μεγάλου τμήματος των κοινωνικών στρωμάτων που παραδοσιακά τους ψήφιζαν όταν οι προγραμματικές προτάσεις και πολιτικές τους υπέκυψαν στις επιταγές της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον. Οι ψηφοφόροι αυτοί στράφηκαν σε αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις μεταξύ των οποίων και αυτές της Άκρα Δεξιάς.
Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα αν είμαστε σε μια στιγμή της ιστορίας του 21ου αιώνα που η δημοκρατία στην Ευρώπη μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής ένωσης, το μεγαλύτερο λάθος των κομμάτων που υπερασπίζονται τη Δημοκρατία ήταν η θέση τους ότι στη Δύση αυτή είναι σε κάθε περίπτωση εδραιωμένη.
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη μας υποχρεώνουν να αναθεωρήσουμε και να συνταχθούμε με την άποψη ότι η Δημοκρατία δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η ενίσχυση της Ακροδεξιάς μπορεί τυπικά να μην θέτει ζητήματα αμφισβήτησης της Δημοκρατίας, καθώς εκλεγμένοι ακροδεξιοί κινούνται τυπικά εντός των συνταγματικών ορίων. Μπορεί να σέβονται τα ήθη και έθιμα του κοινοβουλίου σε ενδυματολογικό επίπεδο, υιοθετώντας τη γραβάτα, αλλά η ρητορική τους αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης ως προς την προσήλωση τους στη Δημοκρατία. Άλλωστε δεν προσδιορίζουν με σαφήνεια για ποια Δημοκρατία ομιλούν και αν αφορά όλους τους πολίτες, χωρίς διακρίσεις.
Δεν πρέπει να υποτιμάμε τις αυταρχικές αποχρώσεις της ρητορικής που υιοθετούν οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών, ειδικά όσο δεν βρίσκονται στις παρυφές της εξουσίας.
Ξεχωριστή είναι η περίπτωση των ΗΠΑ. Πόσοι ξαφνιάστηκαν από τη δήλωση του Τραμπ, ο οποίος, μετά την εισβολή των υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο, όταν ρωτήθηκε για τις αυταρχικές αποχρώσεις της ρητορικής του απάντησε πως αν επανεκλεγεί θα γίνει δικτάτορας αλλά για μία μέρα μόνο;
Το βιβλίο των συγγραφέων Michael Foessel και Etienne Ollion «Η Άκρα Δεξιά Ενάντια στην Πολιτική: Μία Παράξενη Νίκη» των εκδόσεων Πόλις μας δίνει την αφορμή, με βάση την γαλλική εμπειρία, να αξιολογήσουμε το τι πραγματικά βοήθησε την Άκρα Δεξιά να ενισχύσει τη θέση της στην ευρωπαΐκή πολιτική σκηνή ώστε από το περιθώριο της πολιτικής ζωής να βρίσκεται στην εξουσία ή προ των πυλών της.
Αυτό που θα έπρεπε να μας προβληματίζει, λένε οι συγγραφείς, είναι η άτυπη και σιωπηλή αποδοχή στο δημόσιο διάλογο των θέσεων της Ακροδεξιάς που εμφανίζονται με τον μανδύα της «κοινής λογικής». Συνεργός σ’ αυτή τη σιωπηλή αποδοχή των θέσεων της ακροδεξιάς είναι η μιντιακή ακροδεξιά, η οποία ανήκει σε εκατομμυριούχους ή δισεκατομμυριούχους και προσπαθεί να πείσει τους πολίτες που βιώνουν τις συνέπειες των αλλεπάλληλων κρίσεων ότι οι εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού δεν αποτελούν καθοριστικές αιτίες της υποβάθμισης τους.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, οι μεταπολιτικοί θεωρητικοί της Νέας Δεξιάς υποστηρίζουν ότι η Άκρα Δεξιά θα κέρδιζε στην πολιτική αν κατάφερνε να επιβληθεί στο επίπεδο των ιδεών. Στην πραγματικότητα όμως η Άκρα Δεξιά δεν κέρδισε εξαιτίας μίας συγκροτημένης ιδεολογίας. Το έκανε επειδή επέτυχε από τη μια μεριά να διατυπώσει με πιο ήπιο τρόπο τις θέσεις της και από την άλλη θολώνοντας τα νερά. Κυρίως όμως κέρδισε επειδή επιτέθηκε στις υποτιθέμενες – αφού η Άκρα Δεξιά τις βαφτίζει έτσι – απόψεις της Αριστεράς. Με λίγα λόγια έπαιξε με αποτελεσματικό τρόπο το χαρτί του αντιλόγου.
Ταυτόχρονα όμως φαίνεται ότι σε ένα μεγάλο βαθμό έχουν τροποποιήσει την πολιτική τους ατζέντα. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Γαλλίας ο Εθνικός Συναγερμός σήμερα – όπως τονίζουν οι συγγραφείς – εμφανίζεται πολύ ευνοϊκά διακείμενος απέναντι στην κοινωνική προστασία σε σχέση με τις θέσεις του στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τάσσεται για παράδειγμα υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού αλλά και των υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος, ενώ στο παρελθόν ήταν φανατικοί υπέρμαχοι του θατσερικού και ρειγκανικού νεοφιλελευθερισμού.
Η μεταστροφή στην ατζέντα τους είναι εμφανής, καθώς έχουν προσθέσει στις πολιτικές τους προτάσεις θέσεις για την ενέργεια και το περιβάλλον ενώ στο παρελθόν όλη η έμφαση ήταν στα ζητήματα της ασφάλειας της μετανάστευσης και των παραδόσεων. Σήμερα έχουν εμπλουτίσει το πρόγραμμά τους έτσι ώστε να μπορούν να στείλουν το μήνυμα ότι είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν.
Η εμπειρία από το Brexit ώθησε το κόμμα του Εθνικού Συναγερμού να αποστασιοποιηθεί από τις θέσεις για το Frexit και από τη συζήτηση για επιστροφή στο Φράγκο. Τώρα η Ακροδεξιά της Γαλλίας ευελπιστεί σε μια άνοδο των ακροδεξιών εθνικιστών στις υπόλοιπες χώρες Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε η μάχη να δοθεί στις αίθουσες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Τα ερμηνευτικά εργαλεία που προτείνουν οι συγγραφείς μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Η Ακροδεξιά κερδίζει έδαφος καθώς οι θεματικές της (μεταναστευτικό, ασφάλεια, εγκληματικότητα, γάμος ομόφυλων ζευγαριών) κυριαρχούν στη δημόσια αντιπαράθεση σε βάρος της συζήτησης για την ισότητα των πολιτών και την δίκαιη κατανομή του νέου πλούτου και των νέων εισοδημάτων.
Πρόσφορο έδαφος προσέφερε και ο ακροκεντρώος λόγος που μιλά για εξαφάνιση της ιστορικής διάκρισης Δεξιάς – Αριστεράς και διευκολύνει την Ακροδεξιά να εμφανίζεται σαν, η μόνη πραγματική πολιτική δύναμη ανατροπής.
Την εποχή των μνημονίων κυριάρχησαν τα συνθήματα «φταίνε οι ξένοι» «φταίνε οι προδότες πολιτικοί» συνθήματα που υιοθέτησε τμήμα της Αριστεράς εξασφαλίζοντας πολιτικά οφέλη, αλλά η Ακροδεξιά τα υιοθέτησε ώστε να εδραιωθεί στην πολιτική σκηνή της χώρας.
Ο κατακερματισμός της Ακροδεξιάς – παρά την άνοδο της – μπορεί να μην συνιστά απειλή επί του παρόντος για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Αν όμως εμφανιστεί ένας ενιαίος Ακροδεξιός φορέας για να εκφράσει τα απογοητευμένα από την οικονομική υποβάθμιση κοινωνικά στρώματα, τότε η Δημοκρατία στην Ελλάδα θα τεθεί υπό αίρεση. Σε αυτή την ιστορική για την Δημοκρατία πρόκληση η Κεντροαριστερά οφείλει να αντιδράσει αμέσως, ώστε να ανακτήσει την απολεσθείσα εμπιστοσύνη των ηττημένων της κρίσης και των ψηφιακών και πράσινων μετασχηματισμών.
* Πρώην υπουργός Οικονομικών